εξυπηρέτηση


εξυπηρέτηση
[эксипирэтиси] ουσ. Θ. обслуживание, услуга,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξυπηρέτηση" в других словарях:

  • εξυπηρέτηση — η (AM ἐξυπηρέτησις) η παροχή υπηρεσιών, η διευκόλυνση …   Dictionary of Greek

  • εξυπηρέτηση — η η παροχή υπηρεσιών (εκδουλεύσεων, διευκολύνσεων) προς κάποιον, παροχή βοήθειας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξυπηρετήσῃ — ἐξυπηρετήσηι , ἐξυπηρέτησις service fem dat sg (epic) ἐξυπηρετέω assist to the utmost aor subj mid 2nd sg ἐξυπηρετέω assist to the utmost aor subj act 3rd sg ἐξυπηρετέω assist to the utmost fut ind mid 2nd sg ἐξυπηρετέω assist to the utmost aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιουσία — Στο ιδιωτικό δίκαιο ο όρος έχει σημασία διαφορετική από εκείνη που αποδίδεται συνήθως σ’ αυτόν: δηλώνει το σύνολο των υποκειμένων σε οικονομική αξιολόγηση σχέσεων, που αναφέρονται σε ένα υποκείμενο της νομικής τάξης. Με την έννοια αυτή, κάθε… …   Dictionary of Greek

  • χάρη — Η με διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας μη εκτέλεση ή ελάττωση ποινής που επιβλήθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Θεωρείται ιδιότυπος θεσμός και είναι προνόμιο του αρχηγού του κράτους, ο οποίος επεμβαίνει με αυτό τον τρόπο στον τομέα… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • ΙΑΤΑ — (από τα αρχικά του αγγλικού International Air Transport Association = Διεθνής Ένωση Αεροπορικών Μεταφορών). Διεθνής οργανισμός εναέριων μεταφορών, που αντιπροσωπεύει περίπου 280 διεθνείς αεροπορικές εταιρείες, οι οποίες διενεργούν πάνω από το 95% …   Dictionary of Greek

  • νομικό πρόσωπο — Είναι η ένωση προσώπων με σκοπό την πραγματοποίηση ορισμένου θεμιτού σκοπού ή το σύνολο περιουσίας αφιερωμένης στην εξυπηρέτηση ενός επίσης σκοπού, η οποία αποκτάει τη νομική προσωπικότητα, όταν συντρέξουν ορισμένοι όροι και τηρηθεί η διαδικασία… …   Dictionary of Greek

  • ευκολία — η 1. η ιδιότητα του εύκολου, η ευχέρεια. 2. μτφ., εξυπηρέτηση, δανεισμός: Κάνε μου μια μικρή ευκολία. 3. στον πληθ., ευκολίες ανέσεις, μέσα για την εξυπηρέτησή μου: Το σπίτι μας δεν έχει ευκολίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βοώ — (Ι) ( άω) (AM βοῶ, άω) 1. κραυγάζω, φωνάζω 2. (για πράγμα) σχεδόν βγάζω φωνή, είμαι ολοφάνερος 3. φρ. «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» για συμβουλές που δεν λαμβάνονται καθόλου υπ όψιν νεοελλ. φρ. «ἐν τῇ παλάμη καὶ οὕτω βοήσομεν» αν δεν καταβληθεί… …   Dictionary of Greek